Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβαντζάρω < ιταλική avanzare

  ΡήμαΕπεξεργασία

αβαντζάρω

  1. προκαταβάλλω, «του αβαντζάρισα τρείς χιλιάδες»
  2. προσφέρω περισσότερα, πλειοδοτώ, «ο ιχθυέμπορος αβαντζάρισε όλα τα ψάρια δύο χιλιάδες ευρώ»
  3. επαυξάνω, «από τον άλλο μήνα μάλλον θα μάς αβαντζάρουν τους μισθούς»
  4. προοδεύω, «ο μικρός αβαντζάρει συνέχεια»
  5. προωθώ (ένα προϊόν, μια άποψη, ένα πρόσωπο)
  6. (για αγαθά) πλεονάζω, «σου αβαντζάρει λίγο λάδι να μού δώσεις;»

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία