Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάντζο αβάντζα
γενική αβάντζου αβάντζων
αιτιατική αβάντζο αβάντζα
κλητική αβάντζο αβάντζα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάντζο < ιταλική avanzo

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβάντζο ουδέτερο

  1. πλεονέκτημα
  2. προκαταβολή

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δίνω αβάντζο: λέγεται όταν δίνουμε κάποιο πλεονέκτημα στον αντίπαλο, για παράδειγμα όταν παίζουμε με ένα πιόνι λιγότερο στο σκάκι
  • πάμε αβάντζο;: ερώτηση για παράταση από παίκτη που χάνει είτε ανεβάζοντας το στοίχημα είτε τους πόντους είτε το χρόνο λήξης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία