Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άλμα τα άλματα
      γενική του άλματος των αλμάτων
    αιτιατική το άλμα τα άλματα
     κλητική άλμα άλματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άλμα < αρχαία ελληνική ἅλμα < ἅλλομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άλμα ουδέτερο

  1. η κίνηση ανθρώπου ή ζώου που με μιας βρίσκεται στον αέρα και περνάει πάνω από κάποιο εμπόδιο ή φτάνει σε θέση ψηλότερη από την αρχική ή διανύει μεγάλη σχετικά απόσταση
  2. (μεταφορικά) θεαματική πρόοδος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία