Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άλμα επί κοντώ τα άλματα επί κοντώ
      γενική του άλματος επί κοντώ των αλμάτων επί κοντώ
    αιτιατική το άλμα επί κοντώ τα άλματα επί κοντώ
     κλητική άλμα επί κοντώ άλματα επί κοντώ
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τη λέξη  άλμα, επί και κοντός (κοντάρι)

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

άλμα επί κοντώ ουδέτερο και επί κοντώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία