Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θεαματικός θεαματική θεαματικό
γενική θεαματικού θεαματικής θεαματικού
αιτιατική θεαματικό θεαματική θεαματικό
κλητική θεαματικέ θεαματική θεαματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεαματικοί θεαματικές θεαματικά
γενική θεαματικών θεαματικών θεαματικών
αιτιατική θεαματικούς θεαματικές θεαματικά
κλητική θεαματικοί θεαματικές θεαματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεαματικός < θέαμα (γενική: θεάματ-ος) + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θεαματικός, -ή, -ό

  1. που εντυπωσιάζει όταν τον βλέπεις, που προσφέρει ωραίο θέαμα
    ο επιθετικός με μια θεαματική ατομική προσπάθεια προσπέρασε τρεις αμυντικούς και έβαλε γκολ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία