Arrows blue.png Δείτε επίσης: φαναριώτης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Φαναριώτης < Φανάρ(ι) < Φανός (φάρος της εποχής προ Τουρκοκρατίας) + -ιώτης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Φαναριώτης οι Φαναριώτες
      γενική του Φαναριώτη των Φαναριωτών
    αιτιατική τον Φαναριώτη τους Φαναριώτες
     κλητική Φαναριώτη Φαναριώτες
Παράρτημα

Φαναριώτης αρσενικό (θηλυκό Φαναριώτισσα)

  1. (πατριδωνυμικό) ο καταγόμενος από τη συνοικία Φανάρι της Κωνσταντινούπολης
  2. (ιστορία) ονομασία που υποδήλωνε τους προνομιούχους Έλληνες που μετείχαν στη δημόσια ζωή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και οι οποίοι κατοικούσαν στη συνοικία Φανάρι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Φαναριώτης οι Φαναριώτηδες
      γενική του Φαναριώτη* των Φαναριώτηδων
    αιτιατική τον Φαναριώτη τους Φαναριώτηδες
     κλητική Φαναριώτη Φαναριώτηδες
 * Και λόγια γενική ενικού Φαναριώτου
Παράρτημα

Φαναριώτης αρσενικό (θηλυκό Φαναριώτη ή Φαναριώτου)

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία