Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καταγόμενος καταγόμενη καταγόμενο
γενική καταγόμενου καταγόμενης καταγόμενου
αιτιατική καταγόμενο καταγόμενη καταγόμενο
κλητική καταγόμενε καταγόμενη καταγόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταγόμενοι καταγόμενες καταγόμενα
γενική καταγόμενων καταγόμενων καταγόμενων
αιτιατική καταγόμενους καταγόμενες καταγόμενα
κλητική καταγόμενοι καταγόμενες καταγόμενα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταγόμενος < μετοχή ενεστώτα του κατάγομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

καταγόμενος αρσενικό

  1. που κατάγεται από κάποιον τόπο
    ως καταγόμενη από ορεινό χωριό, δεν είχε δει ποτέ της θάλασσα
    τα καταγόμενα από την Αυστραλία δέντρα ήρθαν πρόσφατα στην Ευρώπη
  2. που κατάγεται από κάποια οικογένεια ή φυλή
    αν και καταγόμενος από εύπορη οικογένεια, δεν κατάφερε να σπουδάσει
    είχαν διάφορα προνόμια, ως καταγόμενοι από βασιλική γενιά
  3. που αποτελεί εξέλιξη κάποιου πράγματος
    τα κάλαντα είναι έθιμο καταγόμενο από το τις ρωμαϊκές γιορτές των καλενδών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία