Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μοντάνα < αγγλική Montana < ισπανική montaña (βουνό)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μοντάνα θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία