Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μιζούρι < (άμεσο δάνειο) αγγλική Missouri (προφορά: mɪˈzʊəɹi

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μιζούρι ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία