Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μίσιγκαν < (άμεσο δάνειο) αγγλική Michigan

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μίσιγκαν ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία