Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
shot shots

shot (en)

  1. πυροβολισμός
  2. ευκαιρία, προσπάθεια
  3. (κινηματογράφος) μία σειρά συνεχόμενων καρέ, λήψη ή πλάνο
  4. ένεση, εμβόλιο

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

shot (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος shoot
    "έριξα", "χτύπησα", "βάρεσα" ένεση, βολή, στόχο, ηχηρή πορδή