Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-μαθής < μαθαίνω

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-μαθής

  1. αυτός ο οποίος γνωρίζει αρκετά καλά το αντικείμενο (κυρίως γλώσσα π.χ. ιταλομαθής) η ρίζα του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή της λέξης

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία