↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -μαθής η -μαθής το -μαθές
      γενική του -μαθούς* της -μαθούς του -μαθούς
    αιτιατική τον -μαθή τη(ν) -μαθή το -μαθές
     κλητική -μαθή(ς) -μαθής -μαθές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -μαθείς οι -μαθείς τα -μαθή
      γενική των -μαθών των -μαθών των -μαθών
    αιτιατική τους -μαθείς τις -μαθείς τα -μαθή
     κλητική -μαθείς -μαθείς -μαθή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
-μαθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -μαθής < μανθάνω[1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /maˈθis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -μα‐θής

  Επίθημα

επεξεργασία

-μαθής, -ής, -ές

  • αυτός ο οποίος γνωρίζει αρκετά καλά το αντικείμενο (κυρίως γλώσσα π.χ. ιταλομαθής) η ρίζα του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή της λέξης

Παράγωγα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία