Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὁμόφωνος < ὁμός ή ὁμοῦ + φωνή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὁμόφωνος, ος, ον

  1. που μιλά την ίδια γλώσσα
    ἔστι δὲ πολλὰ ἔθνεα Ἰνδῶν καὶ οὐκ ὁμόφωνα σφίσι : υπάρχουν δε πολλά έθνη Ινδών και δεν μιλούν την ίδια γλώσσα μεταξύ τους (Ηροδ.Ιστ.3.98)
  2. (μουσική) που έχει τον ίδιο τόνο με έναν άλλο
  3. (γραμματική) ο ομόηχος, που ακούγεται το ίδιο, π.χ. η ονομαστική και η κλητική της λέξης πόλις
  4. το ίδιο όνομα (υπήρχε τότε πάντως και το ομώνυμος)
    καὶ τὸν παραρρέοντα ποταμὸν Κουάριον προσηγόρευσαν ὁμοφώνως τῷ ἐκεῖ : κι έδωσαν στον Κουάριο ποταμό που κυλούσε εκεί κοντά το ίδιο όνομα με (τον ποταμό) της πατρίδας τους (Στραβ. Γεωγρ. Βιβλ. 9ο, κεφ. 2.29)