Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔρις ἔριδε ἔριδες
Γενική ἔριδος ἐρίδοιν ἐρίδων
Δοτική ἔριδι ἐρίδοιν ἔρισι(ν)
Αιτιατική ἔριδα ἔριδε ἔριδας
Κλητική ἔρις ἔριδε ἔριδες
αιτιατική ενικού & ἔριν,
ονομαστική-αιτιατική-κλητική πληθυντικού & ἔρεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔρις < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁er- (χωρίζω) (συγγενής ρίζα με τα ὄρνυμι, ἐρέθω (εξοργίζω), Ἐρινύς, ὀρίνω (εξεγείρω) και ίσως ἀρά: κατάρα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἔρις θηλυκό

  1. μάχη (στα ομηρικά χρόνια)
  2. άμιλλα
  3. διαφωνία
  4. έριδα, φιλονικία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία