Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξεγείρω < αρχαία ελληνική ἐξεγείρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ksɛ.ˈʝi.ɾɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξεγείρω , πρτ.: εξήγειρα, στ.μέλλ.: θα εξεγείρω, αόρ.: εξήγειρα, παθ.φωνή: εξεγείρομαι, μτχ.π.π.: εξεγερμένος

  1. κάνω κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί με την άσχημη ή καταπιεστική συμπεριφορά μου
  2. παρακινώ κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία