↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἐκφόριον τὰ ἐκφόρι
      γενική τοῦ ἐκφορίου τῶν ἐκφορίων
      δοτική τῷ ἐκφορί τοῖς ἐκφορίοις
    αιτιατική τὸ ἐκφόριον τὰ ἐκφόρι
     κλητική ! ἐκφόριον ἐκφόρι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐκφορίω
γεν-δοτ τοῖν  ἐκφορίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἐκφόριον < ἐκφέρω

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἐκφόριον, -ου ουδέτερο

  1. ό,τι παράγει η γη, η σοδειά, η γεωργική παραγωγή, οι καρποί της γης
    5ος πκε αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 198.2
    ὕεται γὰρ δὴ ταῦτα τῆς Λιβύης· τῶν δὲ ἐκφορίων τοῦ καρποῦ ταὐτὰ μέτρα τῇ Βαβυλωνίῃ γῇ κατίσταται.
    γιατί σ᾽ αυτή την περιοχή της Λιβύης βρέχει· και τα σπαρτά τους έχουν την ίδια απόδοση σε καρπό με τη χώρα των Βαβυλωνίων.
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
    ※  3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Λευϊτικόν, κεφ. 25.19, @scaife.perseus
    καὶ δώσει ἡ γῆ τὰ ἐκφόρια αὐτῆς καὶ φάγεσθε εἰς πλησμονὴν καὶ κατοικήσετε πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῆς.
  2. (για φόρο, ενοίκιο) πληρωμή με βάση τη σοδειά, πληρωμή σε είδος, έγγειος φόρος (συνήθως η δεκάτη)
    ※  4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Οἰκονομικά, 2.1.4 @scaife.perseus
    αὐτῶν δὲ τούτων πρώτη μὲν καὶ κρατίστη ἡ ἀπὸ τῆς γῆς ʽαὕτη δέ ἐστιν ἣν οἱ μὲν ἐκφόριον, οἱ δὲ δεκάτην προσαγορεύουσιν̓,