Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χτίσιμο τα χτισίματα
      γενική του χτισίματος των χτισιμάτων
    αιτιατική το χτίσιμο τα χτισίματα
     κλητική χτίσιμο χτισίματα
όπως «δέσιμο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χτίσιμο < χτίζω (θέμα αορίστου: χτισ) + -ιμο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χτίσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια του χτίζω
    το χτίσιμο του σπιτιού
     συνώνυμα: κατασκευή, οικοδόμηση, ανέγερση
  2. (μπόντι μπίλντινγκ) η προσπάθεια για την αύξηση της μυϊκής μάζας και την ανάδειξη των μυών ενός καλογυμνασμένου σώματος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία