Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρηματοροή οι χρηματοροές
      γενική της χρηματοροής των χρηματοροών
    αιτιατική τη χρηματοροή τις χρηματοροές
     κλητική χρηματοροή χρηματοροές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρηματοροή < → δείτε τη λέξη χρηματοροή, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cash flow

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χρηματοροή θηλυκό

  1. (λογιστική) η συσχέτιση των εσόδων με τα έξοδα (δαπάνες) και την επίδρασή τους στα μετρητά κατά την διάρκεια μιας χρονικής περιόδου
  2. (λογιστική) η κατάσταση (κατάλογος) των ταμειακών ροών (χρηματοροών) μιας οικονομικής μονάδας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία