Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χοροεσπερίδα οι χοροεσπερίδες
      γενική της χοροεσπερίδας των χοροεσπερίδων
    αιτιατική τη χοροεσπερίδα τις χοροεσπερίδες
     κλητική χοροεσπερίδα χοροεσπερίδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χοροεσπερίδα < χορός + -ο- + εσπερίδα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική soirée dansante)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χοροεσπερίδα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία