Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειραψία χειραψίες
γενική χειραψίας χειραψιών
αιτιατική χειραψία χειραψίες
κλητική χειραψία χειραψίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειραψία < ελληνιστική κοινή χειραψία (πάλη αλλά και εντριβή) < αρχαία ελληνική χειραψία (πάλη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειραψία θηλυκό

  1. ο χαιρετισμός με το δόσιμο των χεριών σε συναντήσεις, το άγγιγμα και πιάσιμο του χεριού του ενός από το χέρι του άλλου, όταν αγγίζουν οι παλάμες και σφίγγονται τα χέρια
    θερμή χειραψία, ψυχρή χειραψία, τυπική χειραψία, φιλική χειραψία
    (όταν)..συναντηθούν, συνηθίζεται νά απλώνουν τό δεξί τους χέρι και να χαιρετιούνται μέ χειραψία. Είναι μία ωραία και θερμή κίνηση πού εκφράζει συμβολικά τή φιλία και την εγκαρδιότητα. Μία ωραία χειραψία προδιαθέτει ευχάριστα. (Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τόμος 51, 1977 σελ. 418)
  2. δόσιμο των χεριών για να δειχθεί συμφωνία
    Η συμφιλίωση σφραγίστηκε και με τη χειραψία των δύο πολέμαρχων Τσακαλώτου και Βαφειάδη (Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Η εθνική αντίσταση των Ελλήνων κατά των Γερμανών – Ιταλών και Βούλγαρων καταχτητών 1941-1944 και η αναγνώριση της από το κράτος, Εκδόσεις Τσιβεριώτη, 1997, σελ. 507)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειραπτάζω < χειραπτάζω < χείρ και ἅπτω

  ΡήμαΕπεξεργασία

χειραψία θηλυκό

  1. η στενή επαφή των παλαιστών που "έρχονται στα χέρια"
  2. η λαβή με την οποία ο παλαιστής προσπαθεί να ανατρέψει τον αντίπαλό του
  3. η μάχη "σώμα με σώμα"
    χειραψίαι' καὶ πεζῶν καὶ ἱππέων
  4. εντριβή, ήπιο μασάζ στη διάρκεια επέμβασης (από τους ελληνιστικούς και κυρίως τους χριστιανικούς χρόνους και μετά)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία