Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φίλεργος < φίλος + έργο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φίλεργος

  1. αυτός που αγαπά να εργάζεται, ο φιλόπονος, ο εργατικός

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία