Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υστερότοκος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υστερότοκος

  • που γεννήθηκε τελευταίος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία