Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποδαυλίζω < υπο- + δαυλός + -ίζω < μεσαιωνική ελληνική δαυλός < αρχαία ελληνική δαλός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική attiser)

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποδαυλίζω, πρτ.: υποδαύλιζα, στ.μέλλ.: θα υποδαυλίσω, αόρ.: υποδαύλισα, μτχ.π.π.: υποδαυλισμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία