Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπερκινητικός η υπερκινητική το υπερκινητικό
      γενική του υπερκινητικού της υπερκινητικής του υπερκινητικού
    αιτιατική τον υπερκινητικό την υπερκινητική το υπερκινητικό
     κλητική υπερκινητικέ υπερκινητική υπερκινητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπερκινητικοί οι υπερκινητικές τα υπερκινητικά
      γενική των υπερκινητικών των υπερκινητικών των υπερκινητικών
    αιτιατική τους υπερκινητικούς τις υπερκινητικές τα υπερκινητικά
     κλητική υπερκινητικοί υπερκινητικές υπερκινητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερκινητικός < υπερ- + κινητικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπερκινητικός, -ή, -ό

  1. (ιατρική) ασθενής που δεν μπορεί να καταστείλει την τάση του για κίνηση
  2. υπερδραστήριο άτομο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία