Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική υβριστικός υβριστική υβριστικό
γενική υβριστικού υβριστικής υβριστικού
αιτιατική υβριστικό υβριστική υβριστικό
κλητική υβριστικέ υβριστική υβριστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υβριστικοί υβριστικές υβριστικά
γενική υβριστικών υβριστικών υβριστικών
αιτιατική υβριστικούς υβριστικές υβριστικά
κλητική υβριστικοί υβριστικές υβριστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υβριστικός < λόγ.: 2: αρχ. ὑβριστικός `θρασύς, προσβλητικός΄· 1: κατά τη σημ. της λ. ύβρις1

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υβριστικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την ύβριν
  2. που αποτελεί βρισιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία