Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυχοδιώκτης < τύχη + διώκω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ti.xɔ.ˈðʝɔ.ktis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τυχοδιώκτης αρσενικό

  1. αυτός που εκμεταλλεύεται όλες τις περιστάσεις για να πετύχει στη ζωή του
  2. (συνεκδοχικά) αυτός που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, έστω και αθέμιτο, για να πετύχει το σκοπό του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία