Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τσακωμός οι τσακωμοί
      γενική του τσακωμού των τσακωμών
    αιτιατική τον τσακωμό τους τσακωμούς
     κλητική τσακωμέ τσακωμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσακωμός < τσακώνομαι + -ωμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσακωμός ουδέτερο

  1. Το μάλωμα, ο καβγάς.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία