Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τσακωμός οι τσακωμοί
      γενική του τσακωμού των τσακωμών
    αιτιατική τον τσακωμό τους τσακωμούς
     κλητική τσακωμέ τσακωμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσακωμός < τσακώνομαι + -ωμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τσακωμός ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία