Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

quarrel (en)

  1. καβγάς, τσακωμός, λογομαχία
  2. πρισματικό κομμάτι χρωματιστού γυαλιού
  3. τετραγωνικό πλακάκι

  ΡήμαΕπεξεργασία

quarrel (en)