Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τρυγητής οι τρυγητές
      γενική του τρυγητή των τρυγητών
    αιτιατική τον τρυγητή τους τρυγητές
     κλητική τρυγητή τρυγητές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρυγητής < τρυγώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρυγητής αρσενικό πληθυντικός τρυγητές, ή τρυγητάδες

  1. αυτός που τρυγά καρπούς, ειδικότερα, σταφύλια, καθώς επίσης και μέλι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία