Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τετηγμένος η τετηγμένη το τετηγμένο
      γενική του τετηγμένου της τετηγμένης του τετηγμένου
    αιτιατική τον τετηγμένο την τετηγμένη το τετηγμένο
     κλητική τετηγμένε τετηγμένη τετηγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τετηγμένοι οι τετηγμένες τα τετηγμένα
      γενική των τετηγμένων των τετηγμένων των τετηγμένων
    αιτιατική τους τετηγμένους τις τετηγμένες τα τετηγμένα
     κλητική τετηγμένοι τετηγμένες τετηγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετηγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τήκομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

τετηγμένος

  • που έχει λιώσει, έχει υποστεί τήξη, όρος που προτιμάται σε επιστημονικές ορολογίες αντί του λιωμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία