Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ταχυδρομείο τα ταχυδρομεία
      γενική του ταχυδρομείου των ταχυδρομείων
    αιτιατική το ταχυδρομείο τα ταχυδρομεία
     κλητική ταχυδρομείο ταχυδρομεία
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταχυδρομείο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταχυδρομείο ουδέτερο

  1. (και στον πληθυντικό) η κρατική ή δημόσια υπηρεσία που παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει επιστολές και δέματα
  2. το κτήριο που στεγάζει αυτήν την υπηρεσία
  3. η αλληλογραφία ή τα δέματα που παραλαμβάνουμε ή αποστέλλουμε

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία