Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τήβεννος τήβεννοι
γενική τηβέννου τηβέννων
αιτιατική τήβεννο τηβέννους
κλητική (τήβεννο) τήβεννοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τήβεννος < τήβεννα / τήβεννος, λ. ετρουσκ. προελ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τήβεννος θηλυκό

  1. (στην αρχαιότητα) μακρύς εξωτερικός μανδύας ή χλαμύδα που φορούσαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι, κυρίως οι ανώτεροι αξιωματούχοι και ο αυτοκράτορας.
  2. μακρύ, ριχτό σκουρόχρωμο ένδυμα με φαρδιά μανίκια και διακοσμητικές ταινίες γύρω από τα μανίκια και τον λαιμό, που φορούν δικαστές και πανεπιστημιακοί σε επίσημες τελετές ή περιστάσεις.

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία