Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Άντρας με τόγα.
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τόγα οι τόγες
      γενική της τόγας των τογών
    αιτιατική την τόγα τις τόγες
     κλητική τόγα τόγες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τόγα < λατινική toga < tegō (ντύνομαι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɔ.ɣa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τόγα θηλυκό

  1. το κύριο ένδυμα που φορούσαν οι Ρωμαίοι πολίτες, αποτελούμενο από ένα ιμάτιο με πολλές πτυχώσεις γύρω από το σώμα
    Στην αρχαία Ρώμη, το χρώμα της τόγας διέφερε ανάλογα με την κοινωνική θέση αυτού που την φορούσε.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία