Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέτοιος < αρχαία ελληνική τοιοῦτος

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

τέτοιος

  1. δεικτική αντωνυμία που χρησιμοποιείται για να περιγραφεί κάτι ως προς την ποιότητά του

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία