Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τέτοιος η τέτοια το τέτοιο
      γενική του τέτοιου της τέτοιας του τέτοιου
    αιτιατική τον τέτοιο την τέτοια το τέτοιο
     κλητική τέτοιε τέτοια τέτοιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τέτοιοι οι τέτοιες τα τέτοια
      γενική των τέτοιων των τέτοιων των τέτοιων
    αιτιατική τους τέτοιους τις τέτοιες τα τέτοια
     κλητική τέτοιοι τέτοιες τέτοια
Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο.
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέτοιος < λείπει η ετυμολογία [1]

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

τέτοιος, -α, -ο

  1. (δεικτική αντωνυμία) για να περιγραφεί κάτι ως προς την ποιότητά του
  2. (προφορικό) αντί ονομασίας για κάποιον ή κάτι που δε θυμόμαστε
    χρειάζεται παράθεμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία