Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τοιούτος οι τοιούτοι
      γενική του τοιούτου των τοιούτων
    αιτιατική τον τοιούτο τους τοιούτους
     κλητική τοιούτε τοιούτοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοιούτος < αρχαία ελληνική τοιοῦτος

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

τοιούτος -η -ο

  1. (καθαρεύουσα) τέτοιου είδους, παρόμοιος
  2. (υποτιμητικό, ως ουσιαστικό) ο άντρας ομοφυλόφιλος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία