Δείτε επίσης: Σωτήριος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωτήριος < αρχαία ελληνική σωτήριος < σωτήρ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σωτήριος, -α, -ο

  1. που έσωσε
    σωτήρια επέμβαση
  2. που έφερε τη σωτηρία
    σωτήρια ημέρα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία