Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμοσωτήριος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοσμοσωτήριος

  1. που επιδιώκει να σώσει τον κόσμο
  2. που αποβλέπει στη σωτηρία των ανθρώπων


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία