Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σταχτοδοχείο τα σταχτοδοχεία
      γενική του σταχτοδοχείου των σταχτοδοχείων
    αιτιατική το σταχτοδοχείο τα σταχτοδοχεία
     κλητική σταχτοδοχείο σταχτοδοχεία
Παράρτημα
 
ένα σταχτοδοχείο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σταχτοδοχείο < στάχτη + -ο- + δοχείο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sta.xtɔ.ðɔ.ˈxi.ɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σταχτοδοχείο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία