Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σπερματοζωάριο τα σπερματοζωάρια
      γενική του σπερματοζωαρίου
& σπερματοζωάριου
των σπερματοζωαρίων
& σπερματοζωάριων
    αιτιατική το σπερματοζωάριο τα σπερματοζωάρια
     κλητική σπερματοζωάριο σπερματοζωάρια
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπερματοζωάριο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπερματοζωάριο ουδέτερο

  1. (κυτταρολογία) Το αναπαραγωγικό κύτταρο ή γαμέτης του αρσενικού, το οποίο γονιμοποιεί το ωάριο για να παραχθεί το ζυγωτό.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία