Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ζῷον ζῴω ζῷα
Γενική ζῴου ζῴοιν ζῴων
Δοτική ζῴ ζῴοιν ζῴοις
Αιτιατική ζῷον ζῴω ζῷα
Κλητική ζῷον ζῴω ζῷα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζῷον < συνηρημένος τύπος της λέξης ζώιον < ζῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ζῷον ουδέτερο

  1. καθετί το ζωντανό, που ζει
  2. ζώο
  3. ζωγραφιά, εικόνα
    ζῷα γράψασθαι τὴν ζεῦξιν τοῦ Βοσπόρου (ζωγραφιά της ζεύξης του Βοσπόρου)