Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σοβιετικός η σοβιετική το σοβιετικό
      γενική του σοβιετικού της σοβιετικής του σοβιετικού
    αιτιατική τον σοβιετικό τη σοβιετική το σοβιετικό
     κλητική σοβιετικέ σοβιετική σοβιετικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σοβιετικοί οι σοβιετικές τα σοβιετικά
      γενική των σοβιετικών των σοβιετικών των σοβιετικών
    αιτιατική τους σοβιετικούς τις σοβιετικές τα σοβιετικά
     κλητική σοβιετικοί σοβιετικές σοβιετικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σοβιετικός < σοβιέτ + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σοβιετικός

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία