Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αλβανοσοβιετικός αλβανοσοβιετική αλβανοσοβιετικό
γενική αλβανοσοβιετικού αλβανοσοβιετικής αλβανοσοβιετικού
αιτιατική αλβανοσοβιετικό αλβανοσοβιετική αλβανοσοβιετικό
κλητική αλβανοσοβιετικέ αλβανοσοβιετική αλβανοσοβιετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλβανοσοβιετικοί αλβανοσοβιετικές αλβανοσοβιετικά
γενική αλβανοσοβιετικών αλβανοσοβιετικών αλβανοσοβιετικών
αιτιατική αλβανοσοβιετικούς αλβανοσοβιετικές αλβανοσοβιετικά
κλητική αλβανοσοβιετικοί αλβανοσοβιετικές αλβανοσοβιετικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλβανοσοβιετικός < Αλβαν(ός) + -ο- + σοβιετικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλβανοσοβιετικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία