Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκώληξ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκώληξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsko.liks/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκώ‐ληξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκώληξ αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σκωληκ-
ονομαστική σκώληξ οἱ σκώληκες
      γενική τοῦ σκώληκος τῶν σκωλήκων
      δοτική τῷ σκώληκ τοῖς σκώληξ(ν)
    αιτιατική τὸν σκώληκ τοὺς σκώληκᾰς
     κλητική ! σκώληξ σκώληκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σκώληκε
γεν-δοτ τοῖν  σκωλήκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκώληξ < θέμα σκωλ- < ρίζα *sqel- (κάμπτω, λυγίζω). Από την ίδια ρίζα και το σκέλος[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκώληξ αρσενικό

  1. (ζωολογία) το σκουλήκι
  2. (μεταφορικά) τιποτένιος άνθρωπος

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Hofmann, J. B. Ἐτυμολογικόν Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Μτφρ: Αντώνιος Δ. Παπανικολάου. Αθήνα: 1974. (Γερμανικά: Etymologisches Wörterbuch des Griechischen. Munich: R. Oldenbourg, 1949.), σελ. 386