Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σηροτροφία οι σηροτροφίες
      γενική της σηροτροφίας των σηροτροφιών
    αιτιατική τη σηροτροφία τις σηροτροφίες
     κλητική σηροτροφία σηροτροφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σηροτροφία < σηροτρόφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σηροτροφία θηλυκό

  1. η τέχνη της εκτροφής μεταξοσκωλήκων για την παραγωγή μεταξιού
  2. η βιοτεχνία ή βιομηχανία, το μέρος εκτροφής βομβύκων για την παραγωγή μπρισιμιού ή μεταξονημάτων

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία