Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρουφήχτρα < ρουφώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρουφήχτρα θηλυκό

  1. στρόβιλος μέσα σε θάλασσες και ωκεανούς.
  2. άτομο που θαυμάζει ή λέει ανοησίες, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος τις θεωρεί βλακείες.
  3. (μεταφορικά) που πίνει πολύ, που μεθάει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία