↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προστιθέμενος η προστιθέμενη το προστιθέμενο
      γενική του προστιθέμενου της προστιθέμενης του προστιθέμενου
    αιτιατική τον προστιθέμενο την προστιθέμενη το προστιθέμενο
     κλητική προστιθέμενε προστιθέμενη προστιθέμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προστιθέμενοι οι προστιθέμενες τα προστιθέμενα
      γενική των προστιθέμενων των προστιθέμενων των προστιθέμενων
    αιτιατική τους προστιθέμενους τις προστιθέμενες τα προστιθέμενα
     κλητική προστιθέμενοι προστιθέμενες προστιθέμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
προστιθέμενος < αρχαία ελληνική προστιθέμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προστίθεμαι

προστιθέμενος, -η, -ο

  • (λόγιο) που προστίθεται σε κάτι, που υπάρχει επιπλέον
    το νέο σύστημα πρόσφυσης δίνει στους οδηγούς μια προστιθέμενη αίσθηση ασφάλειας

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία