Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσημείωση οι προσημειώσεις
      γενική της προσημείωσης* των προσημειώσεων
    αιτιατική την προσημείωση τις προσημειώσεις
     κλητική προσημείωση προσημειώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, προσημειώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσημείωση < προσημειώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prénotation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσημείωση θηλυκό

  1. η σημείωση από πριν, η τοποθέτηση σημαδιού πριν συμβεί κάτι
    πριν μπει στο δωμάτιο έγινε προσημείωση όλων των χαρτονομισμάτων
  2. (καθομιλουμένη) η προσημείωση υποθήκης, δηλαδή η καταγραφή στο υποθηκοφυλακείο ή άλλη αρμόδια υπηρεσία ότι ο ιδιοκτήτης έχει οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι σε δανειστή
    δεν γίνεται να βάλουμε και δεύτερη προσημείωση στο σπίτι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία