Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πολυώνυμο τα πολυώνυμα
      γενική του πολυωνύμου
πολυώνυμου
των πολυωνύμων
    αιτιατική το πολυώνυμο τα πολυώνυμα
     κλητική πολυώνυμο πολυώνυμα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

πολυώνυμο < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό επεξεργασία

πολυώνυμο ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) αλγεβρική παράσταση που περιέχει σταθερές και μία τουλάχιστον μεταβλητή με μη αρνητικούς ακέραιους εκθέτες, συνδεόμενες μεταξύ τους μόνο με τις πράξεις της πρόσθεσης, της αφαίρεσης και του πολλαπλασιασμού
    το (χ-3)(χ+1) είναι πολυώνυμο με ανεπτυγμένη μορφή χ2-2χ-3

Συγγενικά επεξεργασία

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία