Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πνευματιστικός η πνευματιστική το πνευματιστικό
      γενική του πνευματιστικού της πνευματιστικής του πνευματιστικού
    αιτιατική τον πνευματιστικό την πνευματιστική το πνευματιστικό
     κλητική πνευματιστικέ πνευματιστική πνευματιστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πνευματιστικοί οι πνευματιστικές τα πνευματιστικά
      γενική των πνευματιστικών των πνευματιστικών των πνευματιστικών
    αιτιατική τους πνευματιστικούς τις πνευματιστικές τα πνευματιστικά
     κλητική πνευματιστικοί πνευματιστικές πνευματιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνευματιστικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πνευματιστικός

  1. που σχετίζεται και πηγάζει από τον πνευματισμό
    • μεταφυσική πίστη και συμμετοχή σε δράσεις έξω από το πλαίσιο κάποιας μεγάλης θρησκείας (εκτός από την περίπτωση των ανιμιστικών ή αρχαίων τελετουργικά θρησκειών που δύνανται να έχουν πνευματιστικές παραδόσεις)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία