Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλασμώδιο τα πλασμώδια
      γενική του πλασμωδίου
πλασμώδιου
των πλασμωδίων
    αιτιατική το πλασμώδιο τα πλασμώδια
     κλητική πλασμώδιο πλασμώδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλασμώδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική plasmodium< plasm- (< πλάσμα< πλάσσω (=πλάθω)) + -od- (< -ώδης (όπως: γαλακτώδης, υαλώδης, λιπώδης κ.ο.κ.)) + λατινική κατάληξη -ium μονοκύτταρος ευκαρυωτικός οργανισμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλασμώδιο ουδέτερο

  1. είδος πολυπύρηνου κυττάρου
  2. (βιολογία) γένος παρασίτων του αίματος που προκαλούν την ελονοσία
Το πλασμώδιο του Λαβεράν, η αιτία της ελονοσίας στον άνθρωπο, ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Γάλλου στρατιωτικού γιατρού Λαβεράν που το ανακάλυψε το 1880 στην Αλγερία.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

είναι μονοκύτταρος ευκαρυωτικός οργανισμός